Ο βαρύς λογαριασμός της νέας Συμφωνίας – οι πολλοί χαμένοι και οι λίγοι κερδισμένοι

Έναν πολύ βαρύ λογαριασμό 4,15 δισ. ευρώ καλούνται να πληρώσουν φορολογούμενοι και ασφαλισμένοι μετά τη συμφωνία για τη δεύτερη αξιολόγηση της κυβέρνησης με τους δανειστές. Οι φορολογούμενοι, πέρα από τους ήδη δυσβάστακτους φόρους που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την τελευταία διετία, θα δεχτούν τη χαριστική βολή, αφού θα πρέπει να πληρώσουν έναν νέο φορολογικό λογαριασμό της τάξης τουλάχιστον των 2,35 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Στα τέλη Δεκεμβρίου ο υπουργός Οικονομικών είχε πει ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να περάσει από τη Βουλή μείωση συντάξεων και αφορολογήτου. Ωστόσο, ο ίδιος τα φέρνει στη Βουλή.

Από τον Σπύρο Δημητρέλη

Πρόκειται για τη μείωση του αφορολόγητου ορίου, που θα προκαλέσει επιβάρυνση τουλάχιστον 1,8 δισ. ευρώ το 2020, αλλά και την κατάργηση των φοροαπαλλαγών και άλλων φορολογικών δαπανών που έχουν απομείνει, που θα προκαλέσει επιπλέον επιβάρυνση περίπου 550 εκατ. ευρώ που θα έρθουν το 2018. Βαρύ λογαριασμό θα κληθούν να πληρώσουν και οι συνταξιούχοι, με μείωση συντάξεων συνολικού ύψους 1,8 δισ. το 2019.

Ενώ ο φορολογικός λογαριασμός και η περικοπή συντάξεων είναι δεδομένα, δηλαδή θα εφαρμοστούν ανεξάρτητα από την πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών, τα μέτρα ελάφρυνσης που περιλαμβάνει η συμφωνία θα εφαρμοστούν μόνο αν υπάρξουν υπερβάσεις από τους στόχους. Έτσι, ενώ η λιτότητα είναι σίγουρη, οι ελαφρύνσεις θα δοθούν υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Οι πολλοί χαμένοι και οι λίγοι κερδισμένοι

Η προκαταρκτική συμφωνία κυβέρνησης-θεσμών, που μέσα στην εβδομάδα παίρνει τον δρόμο για τη Βουλή, θα έχει εκατομμύρια χαμένους και πολύ λιγότερους κερδισμένους. Από τα βασικά συστατικά της συμφωνίας προκύπτει ότι πέρασε πλήρως η γραμμή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπως αυτή περιγραφόταν στην έκθεση του άρθρου 4 του Ταμείου για την ελληνική οικονομία. Ποια ήταν αυτή η γραμμή; Διεύρυνση της φορολογικής βάσης, καθυστέρηση για δύο χρόνια της λήψης περιοριστικών μέτρων και μείωση του φορολογικού βάρους για τα μεσαία εισοδήματα και τις επιχειρήσεις.

Πράγματι, μια δεύτερη ανάγνωση των συστατικών της συμφωνίας οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα ότι τελικά η κυβέρνηση υπέκυψε στις απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίες οι δηλώσεις που έγιναν από στελέχη του Ταμείου, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στο Χίλτον, ότι ικανοποιήθηκε το πρώτο σκέλος των απαιτήσεων του ΔΝΤ που αφορούσε τις μεταρρυθμίσεις και ότι απομένει να ικανοποιηθεί και το δεύτερο σκέλος, που αφορά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Αφορολόγητο

Η συμφωνία προβλέπει τη μείωση της έκπτωσης φόρου που δίνεται στους μισθωτούς και συνταξιούχους, από τα 1.900 ευρώ που είναι για τους άγαμους, 1.950 για τους έγγαμους με ένα παιδί, 2.000 ευρώ για δύο παιδιά και 2.100 ευρώ για τρία ή περισσότερα παιδιά, στα 1.250 ευρώ για τους άγαμους, στα 1.300 ευρώ τους έγγαμους με ένα παιδί, τα 1.350 ευρώ για δύο παιδιά και 1.450 ευρώ για τρία ή περισσότερα παιδιά.

Η μείωση αυτή της έκπτωσης φόρου οδηγεί σε μείωση του αφορολόγητου ορίου, από το επίπεδο των 8.636 ευρώ έως 9.545 ευρώ, στα 5.681 ευρώ έως 6.591 ευρώ. Έτσι, πρόκειται να κληθούν να πληρώσουν για πρώτη φορά φόρο εισοδήματος εκατομμύρια μισθωτοί που δηλώνουν ετήσιο εισόδημα από 470 ευρώ έως 720 ευρώ τον μήνα. Παράλληλα, έρχονται επιβαρύνσεις έως και 650 ευρώ ετησίως για όσους έχουν υψηλότερο εισόδημα

Παραδείγματα

Μισθωτός έχει ετήσιο εισόδημα 6.000 ευρώ, δηλαδή έχει αποδοχές 500 ευρώ μηνιαίως. Σήμερα δεν βαρύνεται με φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, επειδή το εισόδημά του είναι χαμηλότερο από το αφορολόγητο όριο. Με τη μείωση του αφορολόγητου ορίου, θα κληθεί να πληρώσει ετήσιο φόρο εισοδήματος 70 ευρώ ή 5,8 ευρώ μηνιαίως.

Συνταξιούχος έχει ετήσιο εισόδημα από συντάξεις ύψους 20.000 ευρώ. Σήμερα καταβάλλει ετήσιο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων ύψους 2.500 ευρώ. Με τη μείωση του αφορολόγητου ορίου θα κληθεί να πληρώσει 3.150 ευρώ, δηλαδή θα υποστεί μια επιβάρυνση της τάξης των 650 ευρώ.

Μέτρα από το 2018

Μπορεί το αφορολόγητο όριο να μειώνεται από το 2020 ή και το 2019, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν πιάνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα, ωστόσο υπάρχουν σίγουρα μέτρα από το 2018. Πιο συγκεκριμένα, από το επόμενο έτος, δηλαδή τα εισοδήματα του 2018:

– Καταργείται η έκπτωση 1,5% που γίνεται στην παρακράτηση φόρου μισθωτών και συνταξιούχων. Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι με ετήσιο εισόδημα άνω των 8.646 ευρώ θα δουν από τον ερχόμενο Ιανουάριο μείωση στις αποδοχές τους. Για παράδειγμα, μισθωτός με ετήσιο εισόδημα 35.000 ευρώ έχει σήμερα μηνιαία παρακράτηση φόρου ύψους 520 ευρώ. Με την κατάργηση της έκπτωσης 1,5% θα του γίνεται παρακράτηση ύψους 528 ευρώ, δηλαδή θα υποστεί μείωση αποδοχών κατά περίπου 8 ευρώ. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ούτως ή άλλως τη διαφορά στον φόρο την πλήρωνε ο φορολογούμενος κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος. Πραγματικοί χαμένοι είναι όσοι μισθωτοί έχουν πολύ χαμηλό εισόδημα, καθώς η βεβαίωση φόρου έως 30 ευρώ παραγραφόταν υπέρ του φορολογουμένου.

– Καταργείται η έκπτωση φόρου 10% για ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες. Η έκπτωση δίνεται για όσους φορολογουμένους η συνολική ιατρική δαπάνη είναι μεγαλύτερη από το 5% του εισοδήματός τους. Για παράδειγμα, φορολογούμενος έχει ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ. Για να έχει έκπτωση φόρου για ιατρικά έξοδα, θα πρέπει η συνολική του ιατρική δαπάνη με παραστατικά να είναι τουλάχιστον 750 ευρώ. Αν, για παράδειγμα, έχει ετήσια δαπάνη 800 ευρώ, θα έχει έκπτωση φόρου ύψους 80 ευρώ. Αν, όμως, η ετήσια δαπάνη του για ιατρικά είναι 700 ευρώ, τότε δεν λαμβάνει έκπτωση.

Επιχειρήσεις

Το πακέτο των αντιμέτρων περιλαμβάνει και τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από το 29%, που είναι σήμερα, σε 26%. Ωστόσο, δεν προβλέπεται κάποια μείωση για τον συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, που σήμερα είναι 15%. Ο συνολικός συντελεστής φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών (εταιρικός συντελεστής συν μερίσματα) ανέρχεται σήμερα σε 39,65%. Με τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από το 29% στο 26%, ο συνολικός φορολογικός συντελεστής των επιχειρηματικών κερδών θα περιοριστεί στο 37,1%.

Έτσι, μια επιχείρηση που έχει ετήσια καθαρά κέρδη ύψους 1.000.000 ευρώ, τα οποία μετά τη φορολόγηση διανέμει ως μερίσματα στο σύνολό τους στους μετόχους της, καταβάλλει συνολικό φόρο σήμερα 396.500 ευρώ. Με τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή, θα καταβάλει συνολικό φόρο 371.000 ευρώ, δηλαδή θα ελαφρυνθεί κατά 25.000 ευρώ.

Η μεσαία τάξη «πληρώνει» τα αντίμετρα

Η συμφωνία περιλαμβάνει και τα αντίμετρα της λιτότητας, τα οποία όμως θα ενεργοποιηθούν μόνο εφόσον υπάρχει μόνιμη υπέρβαση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Τα φορολογικού χαρακτήρα μέτρα που περιλαμβάνονται στο πακέτο των αντιμέτρων είναι τα εξής:

– Μείωση του πρώτου συντελεστή της φορολογικής κλίμακας των φυσικών προσώπων από το 22% στο 20%. Η μείωση αυτή θα σημάνει καθαρό όφελος για όλους τους φορολογουμένους με εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, καθώς αυτή η κατηγορία φορολογουμένων δεν έχει αφορολόγητο όριο. Για παράδειγμα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας που δηλώνει ετήσιο εισόδημα 10.000 ευρώ καταβάλλει σήμερα ετήσιο φόρο εισοδήματος ύψους 2.200 ευρώ. Με τη μείωση του συντελεστή, θα έχει ετήσιο όφελος 200 ευρώ.

– Για τους μισθωτούς και συνταξιούχους η μείωση του συντελεστή μεταφράζεται σε περιορισμό της επιβάρυνσης που θα προκύψει από τη μείωση του αφορολόγητου ορίου. Για παράδειγμα, ο μισθωτός που έχει ετήσιο εισόδημα 6.000 ευρώ θα κληθεί, λόγω της μείωσης του αφορολόγητου ορίου, να πληρώσει φόρο 70 ευρώ. Αν μειωθεί ο πρώτος φορολογικός συντελεστής, τότε ο επιπλέον φόρος που θα του προκύψει θα ανέλθει στα 50 ευρώ, δηλαδή η επιβάρυνσή του θα μετριαστεί κατά 20 ευρώ.

– Μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης. Σύμφωνα με όσα έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση, η εισφορά αλληλεγγύης θα μηδενιστεί για ετήσιο εισόδημα έως 30.000 ευρώ και θα γίνουν για εισόδημα από 30.000 ευρώ έως 65.000 ευρώ μειώσεις συντελεστών.

Παραδείγματα

Μισθωτός με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ καταβάλλει σήμερα ετήσια εισφορά αλληλεγγύης ύψους 66 ευρώ. Εφόσον ενεργοποιηθούν τα αντίμετρα, τότε η εισφορά αλληλεγγύης θα μηδενιστεί. Έτσι, η επιβάρυνση ύψους 650 ευρώ από τη μείωση του αφορολογήτου θα περιοριστεί στα 584 ευρώ, λόγω του μηδενισμού της εισφοράς αλληλεγγύης. Αν, επιπλέον, μειωθεί και ο πρώτος φορολογικός συντελεστής από 22% στο 20%, τότε η επιβάρυνση θα περιοριστεί στα 284 ευρώ ετησίως.

Ελεύθερος επαγγελματίας με ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ βαρύνεται σήμερα με εισφορά αλληλεγγύης ύψους 676 ευρώ. Εφόσον ενεργοποιηθούν τα αντίμετρα, η εισφορά θα μηδενιστεί. Έτσι, ο συγκεκριμένος φορολογούμενος θα έχει ετήσιο όφελος 676 ευρώ, ενώ, αν μειωθεί και ο πρώτος συντελεστής της φορολογικής κλίμακας, θα έχει επιπλέον όφελος ύψους 400 ευρώ. Δηλαδή το συνολικό του όφελος από την ενεργοποίηση των αντιμέτρων θα είναι 1.076 ευρώ ετησίως.

Αν ο ίδιος φορολογούμενος είναι μισθωτός, τότε από την ενεργοποίηση των αντιμέτρων θα ακυρωθεί η επιβάρυνσή του από τη μείωση του αφορολογήτου και θα έχει καθαρό όφελος, δηλαδή ελάφρυνση 426 ευρώ. Είναι εμφανής η «προσπάθεια» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να μειώσει το φορολογικό βάρος για τη μεσαία τάξη.

Αλλάζουν οι αντικειμενικές, αλλά ο ΕΝΦΙΑ παραμένει

Ο ΕΝΦΙΑ θα παραμείνει στο ύψος του τουλάχιστον για άλλα δύο χρόνια, ακόμα και αν μειωθούν οι αντικειμενικές αξίες. Αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση. Ωστόσο μετά το 2018, και μόνο εφόσον ενεργοποιηθούν τα αντίμετρα της λιτότητας, ο ΕΝΦΙΑ θα μειωθεί ανεπαίσθητα κατά περίπου 180 εκατομμύρια, μέσω κυρίως της διεύρυνσης των φοροαπαλλαγών τους για όσους έχουν πολύ μικρή ακίνητη περιουσία και εισόδημα.

Το «παζάρι» που έγινε μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών για τον ΕΝΦΙΑ αφορούσε την ένταξη της μείωσης του φόρου στο πακέτο των αντιμέτρων της λιτότητας. Η μείωσή του πράγματι εντάχθηκε στα αντίμετρα, αλλά ουσιαστικά η ένταξη αυτή είναι δώρον άδωρον, αφού η μείωση του φόρου –αν και εφόσον μειωθεί– θα είναι ανεπαίσθητη για τους φορολογουμένους.

Το κουαρτέτο των «θεσμών» θεωρεί τον ΕΝΦΙΑ ως το φόρο που γλίτωσε τα κρατικά έσοδα στα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης, κρατώντας όρθιο τον κρατικό Προϋπολογισμό. Έτσι, οποιαδήποτε πρόταση ή σκέψη για τη μείωσή του αποτελεί «κόκκινο πανί». Στην πράξη, ο φόρος πρόκειται να παραμείνει ίδιος με αυτόν που είναι σήμερα τουλάχιστον έως και το 2018, ενώ η όποια μείωσή του θα γίνει από το 2019 θα είναι πολύ περιορισμένη.

Ο φόρος φέρνει σήμερα στα κρατικά ταμεία το ποσό των τουλάχιστον 2,65 δισ. ευρώ και η συνολική ετήσια βεβαίωσή του ανέρχεται στα περίπου 3,3 δισ. ευρώ. Η συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών για τη δεύτερη αξιολόγηση προβλέπει ότι ο φόρος θα μειωθεί κατά περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ από το 2019, αν και εφόσον επιτευχθεί υψηλότερο από το προβλεπόμενο πρωτογενές πλεόνασμα.

Η μείωση αυτή θα αφορά μόνο όσους έχουν χαμηλή ακίνητη περιουσία και εισόδημα, με την πλήρη απαλλαγή όσων σήμερα έχουν έκπτωση 50% από τον φόρο. Επίσης, θα υπάρξει και μια μείωση του συντελεστή του συμπληρωματικού φόρου για όσους έχουν συνολική ακίνητη περιουσία έως 300.000 ευρώ.

Ο φετινός ΕΝΦΙΑ δεν θα έχει καμία αλλαγή σε σχέση με τον ΕΝΦΙΑ που πλήρωσαν οι φορολογούμενοι πέρυσι. Η εκκαθάριση του φόρου σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί το αργότερο έως τα μέσα Αυγούστου και να αρχίσει να πληρώνεται από τον Σεπτέμβριο. Το σχέδιο προβλέπει εξόφληση του φόρου σε πέντε μηνιαίες δόσεις.

capitalgr*Αναδημοσίευση από το «Κεφάλαιο» που κυκλοφορεί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: